- νεμεσήμων
- νεμεσήμων, ον, unwillig, zornig
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
νεμεσήμων — νεμεσήμων, ον (Α) 1. γεμάτος αγανάκτηση, οργίλος, εξοργισμένος 2. αυτός που διεγείρει αγανάκτηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < νεμεσ(σ)ῶ + κατάλ. ήμων (πρβλ. ελε ήμων, νο ήμων)] … Dictionary of Greek